Το μεγαλύτερο πόνο τον νιώθεις όταν αυτός που αγαπάς σε απογοητεύει.

Νομίζω πως το μεγαλύτερο πόνο τον νιώθεις στη ζωή σου όταν αυτός που αγαπάς σε απογοητεύει. Όταν ένα πρόσωπο αγαπημένο σου αντιδρά με τρόπο άλλο από αυτόν που έχεις οραματιστεί για εκείνον.
Γονείς, αγάπες κι έρωτες, φίλοι, μέντορες και ήρωες αξίζουν την αγάπη μας επειδή ξέρουν καλύτερα από εμάς, τα κάνουν όλα σωστότερα από εμάς. Κρατάνε την καρδιά μας γιατί μας γέννησαν, γιατί μας δίδαξαν, γιατί μας έδωσαν ελπίδα και μας έβγαλαν από τις δικές μας ατέλειες. Μας έκαναν να ποθήσουμε το περισσότερο και να διεκδικήσουμε τη θέση μας στη ζωή τους.
Κι εμείς, μέσα στο συναίσθημα, τους ξαναφτιάξαμε, μπλεγμένους με τα χαρακτηριστικά που θέλουμε, που επιθυμούμε και που ελπίζουμε να έχουν.
Τα έχουν όμως; Όσο περισσότερο τους αγαπάμε τόσο περισσότερο θέλουμε να τους θαυμάσουμε. Όσο τους έχουμε ανάγκη, τόσο πιο ψηλά τους σηκώνουμε. Να είναι πάνω από εμάς, να μας μαθαίνουν πράγματα, να είναι δυνατοί, ικανοί, ακέραιοι, σπουδαίοι. Να αξίζουν χρόνο και θέση δίπλα μας και να παίρνουμε κι εμείς αξία από την υπεροχή τους. Να είναι όσα είμαστε εμείς κι ακόμη παραπάνω. Να είναι όσα θέλουμε να είμαστε. Όσα νομίζουμε πως είμαστε – κι ακόμη περισσότερο όσα φοβόμαστε πως δεν είμαστε.
Βλέπει η αγάπη τα ελαττώματα άραγε; Μπορεί να τα σηκώσει; Μάλλον τα στρογγυλεύει όλα και τα εξιδανικεύει… Τα εξωραΐζει για να αντέξει και να μεγαλώσει. Τυφλή και άδικη είναι πέρα ως πέρα. Διεκδικητική και αμείλικτη, απαιτεί κι αξιώνει όσα φαντασιώνεται για να μπορεί να υπάρχει. Ίσως γι’ αυτό δεν είναι αιώνια, γιατί έρχεται η ίδια η αλήθεια να την αμφισβητήσει. Κι είναι ο πόνος αβάστακτος, όχι επειδή μας εγκαταλείπουν, όχι επειδή μας γελάνε, όχι επειδή μας προδίδουν, αλλά γιατί μας απογοητεύουν. Γιατί αυτό που φτιάξαμε και πιστέψαμε για τους αγαπημένους μας δεν είναι αληθινό.
Καταλάβαμε λάθος, ελπίσαμε σε κάτι ανύπαρκτο. Θεωρήσαμε πως το αξίζουμε και το κατασκευάσαμε σχεδόν, όπως το ερμηνεύσαμε. Και αυτό είναι πραγματικά αβάστακτο, να νιώθεις πως αγαπάς κάτι που δεν υπάρχει. Έναν γονιό που δεν ήταν ποτέ τέλειος, έναν έρωτα που δεν ήταν ποτέ ακριβώς όπως τον έβλεπες. Και ίσως επιλέξεις να μην τα δεις ποτέ.
Ίσως χρεώσεις την προδοσία σε εσένα, την αδυναμία στις καταστάσεις, την ανατροπή στην τύχη και στην ατυχία. Αν όμως πεις να τα κοιτάξεις, αν προσπεράσεις την απογοήτευση και τον πόνο, αν τολμήσεις να αναγνωρίσεις που σταματά η εξιδανίκευση και που ξεκινά η αλήθεια του άλλου. Αν σηκώσεις τα ελαττώματά του και τα καλοκοιτάξεις, πέρα από εσένα, πέρα από τις ανάγκες και τους φόβους σου. Τότε η αγάπη γίνεται επιλογή. Τότε μένεις ή φεύγεις. Αγαπάς ή προχωράς.
Κι ό, τι κι αν επιλέξεις, δεν είσαι ποτέ ξανά ο ίδιος. Γιατί ξέρεις πια ότι ίσως δεν αγάπησες όπως πίστευες, ή ακόμη καλύτερα, πως αγάπησες. Εκείνο που μόνο τέλειο δεν ήταν. Που όμως άξιζε τον πόνο, άξιζε την απομυθοποίηση, άξιζε την αλήθεια.
Της Ελένης Ομήρου.
πηγή : anapnoes
loading...